Η χώρα χρειάζεται απεγνωσμένα αλλαγή παραδείγματος

Η προσφυγική κρίση πάνω στην οικονομική σε ένα περιβάλλον κοινωνικής κόπωσης και πολιτικού ελλείμματος. Κάτι τέτοιο μας συμβαίνει; 

Δυστυχώς αυτό ακριβώς μας συμβαίνει. Το χειρότερο όμως είναι ότι σε μια τέτοια εποχή, με οξυμμένα στο έπακρο όλα τα  προβλήματα, οι βασικές πολιτικές δυνάμεις του τόπου δεν είναι σε θέση –αλλά ούτε έχουν διάθεση– να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και να αντιμετωπίσουν κατάματα τις προκλήσεις των καιρών.

Οι όποιες δε μεμονωμένες εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα ενός προβληματικού και ανάπηρου πολιτικού συστήματος, το οποίο, παρότι η ανάγκη συνεργασιών είναι περισσότερο επιτακτική από ποτέ, αναπαράγει διαρκώς τις εγγενείς παθογένειες και δυσκαμψίες του. Ζει, θα λέγαμε, σε μια εικονική πραγματικότητα, μηρυκάζοντας διχαστικές και συγκρουσιακές λογικές και μάλιστα χωρίς πλέον –ιδίως μετά την υπογραφή της νέας συμφωνίας– ουσιαστικό αντίκρυσμα. Ποτέ άλλοτε, νομίζω, δεν ταίριαζε τόσο πολύ το γνωστό: «των οικιών ημών εμπιπραμένων, υμείς άδετε».

Είναι πρόβλημα θεσμικής υπανάπτυξης το ελληνικό; 

Αναμφισβήτητα στη χώρα μας ο μεγάλος ασθενής είναι το κράτος, τόσο υπό την εκδοχή του πολιτικού όσο και υπό την εκδοχή του διοικητικού συστήματος. Στον πυρήνα του όλου προβλήματος βρίσκεται η ανυπαρξία θεσμών που να διασφαλίζουν, με δρακόντειες εγγυήσεις, την αποτροπή μιας παραλυτικής πολιτικοοικονομικής συναλλαγής, άλλοτε παράνομης (διαφθορά) και άλλοτε απλώς αθέμιτης αλλά εξ ίσου αν όχι περισσότερο επικίνδυνης (διαπλοκή). Άρα το πρώτο μέλημα των κομμάτων θα έπρεπε να είναι η κατοχύρωση και η πολλαπλή στήριξη τέτοιων θεσμών, αφ’ενός μεν για την καταπολέμηση των πελατειακών παρεκτροπών και του μαύρου πολιτικού χρήματος  αφ’ετέρου δε για την αποκοπή του ομφάλιου λώρου μεταξύ του δημοσίου και των πολυπλόκαμων ιδιωτικών συμφερόντων. Αν συμβεί αυτό, και επειδή πιστεύω ακράδαντα ότι «οι θεσμοί παράγουν ιδεολογία», οι πολίτες θα προσαρμοσθούν γρήγορα στην νέα πραγματικότητα και η χώρα μας θα επιτύχει την πρώτη και σημαντικότερη νίκη της απέναντι στις εγγενείς παθογένειες και κακοδαιμονίες της.

Αυτό βέβαια είναι μόνο η αρχή. Από εκεί και πέρα, η θεραπεία του μεγάλου ασθενή προϋποθέτει και μια σειρά επί μέρους ριζικών θεσμικών μετασχηματισμών, προς δύο κατευθύνσεις:

πρώτον, την αναζωογόνηση της πολιτικής δημοκρατίας, που διέρχεται μια βαθιά κρίση αντιπροσώπευσης και χρειάζεται καθαρούς όρους, αποτελεσματικότητα και νέες μορφές πολιτικής συμμετοχής και διαχείρισης των κοινών και

δεύτερον, την αναδιοργάνωση των διοικητικών δομών, που είναι σαθρές και πεπαλαιωμένες και απαιτούν επειγόντως την αντικατάστασή τους από ένα ευέλικτο επιτελικό κράτος, με υπουργεία που θα αποτελούνται μόνο από διευθύνσεις σχεδιασμού παρακολούθησης και ελέγχου και με εκτεταμένη αποκέντρωση, καθ’ύλην και κατά τόπον, όλων των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων.

–  Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση έχει ξεκινήσει. Είναι κάτι αισιόδοξο αυτό, ή τα περισσότερα προβλήματα θα μπορούσαν να λυθούν μόνο με νομοθετική πρωτοβουλία και χωρίς συνταγματικές αλλαγές; 

Εν πρώτοις θέλω να επισημάνω ότι ενώ όλα τα κόμματα ομνύουν στο όνομα της συνταγματικής αναθεώρησης, στην πράξη κανένα δεν αναλαμβάνει σχετικές πρωτοβουλίες, είτε ως κυβέρνηση είτε ως αντιπολίτευση (θυμίζω ότι για να ξεκινήσει η σχετική διαδικασία απαιτείται απλώς πρόταση 50 βουλευτών…). Ωστόσο, η συζήτηση αυτή δεν παύει να είναι χρήσιμη, αρκεί η συνταγματική αναθεώρηση να αντιμετωπίζεται νηφάλια, στις πραγματικές της διαστάσεις. Ιδίως η αναθεώρηση δεν πρέπει να εντάσσεται στην μαξιμαλιστική λογική ενός ιδιότυπου «συνταγματικού λαϊκισμού», που την προβάλλει σαν πανάκεια «διά πάσαν νόσον…» του πολιτικοδιοικητικού μας συστήματος. Πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν είναι γνωστό ότι οι περισσότερες από τις αναγκαίες αλλαγές,  είτε σε επίπεδο πολιτικών θεσμών (πχ εκλογικό σύστημα, καταπολέμηση μαύρου πολιτικού χρήματος, αντιμετώπιση της  πελατειακής συναλλαγής) είτε σε επίπεδο διοικητικών δομών (πχ καθιέρωση επιτελικού κράτους, διασφάλιση της αξιοκρατίας και της διαφάνειας) δεν χρειάζονται όντως συνταγματική αναθεώρηση αλλά θαρραλέες νομοθετικές πρωτοβουλίες.

Με βάση μια τέτοια προσέγγιση, πρέπει να δεχθούμε ότι το ισχύον Σύνταγμα, παρότι εν πολλοίς αποδείχθηκε επιτυχημένο, έχει και αυτό ένα μερίδιο ευθύνης για τα θεσμικά προβλήματα που  ανέδειξε η πρόσφατη και πολλαπλά τραυματική εμπειρία της οικονομικής κρίσης και του «μνημονίου». Άρα κάποιες αλλαγές είναι ήδη ώριμες και αναγκαίες. Αυτές όμως πρέπει να γίνουν υπό το πρίσμα μιας ισορροπημένης συνταγματικής πολιτικής, η οποία ναι μεν θα επιλέγει τολμηρές, καθαρές και πρόσφορες λύσεις (πχ ως προς την ποινική ευθύνη υπουργών, την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και των Ανεξάρτητων Αρχών, την καθιέρωση Συνταγματικού Δικαστηρίου, τον χωρισμό Κράτους-Εκκλησίας, την φορολογική αποκέντρωση υπέρ της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αλλά και την ενίσχυση της άμεσης λαϊκής συμμετοχής και των κοινωνικών δικαιωμάτων) πλην όμως θα χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα από περίσκεψη και φειδώ, εκκινώντας από τον  σεβασμό στην συνταγματική μας παράδοση και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του Συντάγματος.

Πώς βλέπεται τον χώρο που αυτοπροσδιορίζεται σαν προοδευτικός; Είναι ο ΣΥΡΙΖΑ σοσιαλδημοκρατική πολιτική δύναμη; Έχει νόημα η προσέγγιση ΠΑΣΟΚ-Ποταμιού για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς που τόσα χρόνια συζητείται; 

Η άποψή μου είναι ότι ο ευρύς προοδευτικός χώρος είναι  σήμερα πολλαπλά προβληματικός, διότι είναι φανερό ότι παρουσιάζει, υπό όλες τις εκδοχές του, σοβαρή κρίση ταυτότητας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, που ξεκίνησε από μικρό κόμμα διαμαρτυρίας, με πολλά νεοσταλινικά και αριστερίστικα στοιχεία, βρέθηκε ξαφνικά στην εξουσία, ανέτοιμος και αμφίθυμος. Αφού δε κόντεψε να ακυρώσει, με την αλλοπρόσαλλη οικονομική πολιτική του, την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, σήμερα βρίσκεται στην δίνη μιας επώδυνης, αμήχανης αλλά και απελπιστικά αργής –για τα δεδομένα της χώρας– κυβερνητικής προσαρμογής του.

Το ΠΑΣΟΚ, που ήταν η πραγματική πρώτη φορά Αριστερά στη χώρα μας –με σημαντική συνεισφορά στην συγκρότηση του προοδευτικού χώρου– αφού πέρασε μια φάση έντονων καθεστωτικών μεταλλάξεων και κυβερνητικών αποτυχιών, αναζητεί εναγώνια το στίγμα του, κατατρυχόμενο αλλά και βραχυκυκλούμενο διαρκώς από την  ψύχωση να αποδείξει ότι για την κατάρρευσή του έφταιγαν μόνον οι άλλοι και όχι ο κακός εαυτός του.

Όσο δε για το Ποτάμι, είναι ένας «χύμα» πολιτικός χώρος χωρίς σταθερή κοινωνική βάση αλλά με ενδιαφέροντα –αν και εντελώς ετερόκλητα– πολιτικά στελέχη, τα οποία όμως σε κάθε περίπτωση χαραμίζονται, μαζί με την όποια φρεσκάδα έφεραν στην πολιτική ζωή, λόγω του κυκλοθυμισμού, της πολιτικής ανωριμότητας και της ιδιοκτησιακής αντίληψης που χαρακτηρίζει την ηγεσία του.

Το μεγάλο λοιπόν ζητούμενο δεν είναι η μηχανική (ανα)συγκόλλησή αυτού του χώρου αλλά η ουσιαστική, ριζική και πλουραλιστική ανασύνθεσή του, με σημεία αναφοράς την ιστορική ριζοσπαστική παράδοση της σοσιαλδημοκρατίας και του πολιτικού φιλελευθερισμού, τις πολύτιμες θεωρητικές και πολιτικές συμβολές του ευρωκομμουνισμού (ιδίως του ιταλικού) και την ζωογόνα αύρα των κοινωνικών και οικολογικών κινημάτων. Μια τέτοια ανασύνθεση προϋποθέτει, ειδικότερα:

Πρώτον, ο ΣΥΡΙΖΑ να αποσαφηνίσει επιτέλους την φυσιογνωμία του και να εγκαταλείψει την λογική του σκατζόχοιρου, που εξακολουθεί να τον περιχαρακώνει σε διχαστικές και αυτάρεσκες λογικές, ανάμικτες με ισχυρά υπολείμματα αριστερισμού και πολιτικού παλαιοημερολογητισμού. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνει σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, υποτασσόμενος σε μια προκρούστεια λογική. Αρκεί να μετεξελιχθεί σε ένα σοβαρό κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, με σαφέστερα και εντονότερα τα δημοκρατικά και ευρωπαϊκά του χαρακτηριστικά,  με ανοιχτές τις κεραίες του στα σύγχρονα ρεύματα και με πλήρη συναίσθηση των δυνατοτήτων αλλά και των ορίων του, στο πλαίσιο της παρούσας συγκυρίας.

Δεύτερον, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι να εγκαταλείψουν τα βαρίδια που τα καθηλώνουν και να επιχειρήσουν, μαζί με το ΚΙΔΗΣΟ και κάποιες άλλες κινήσεις του χώρου, την συγκρότηση ενός ενιαίου φορέα, προκειμένου να διαμορφωθεί μια δεύτερη –και ει δυνατόν πειστικότερη– εναλλακτική λύση στον προοδευτικό χώρο. Αυτό, όμως, πρέπει να γίνει στην βάση των αρχών μιας κριτικά προσεγγιζόμενης ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και όχι ενός θολού, ερμαφρόδιτου  και συχνά τυχοδιωκτικού «κέντρου». Μόνον έτσι, με την σαφή ιδεολογικοπολιτική ένταξη του μετέωρου σήμερα εγχειρήματός τους στο πλαίσιο της ευρύτερης Αριστεράς αλλά και με την ανάδειξη νέας ηγεσίας του χώρου μέσα από διαφανείς και γνήσιες διαδικασίες, τα κόμματα αυτά μπορούν –διατηρώντας έστω, μεταβατικά, την διακριτή φυσιογνωμία τους– να συμβάλουν πράγματι στην πλουραλιστική ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου, διαδραματίζοντας ταυτόχρονα έναν ουσιαστικό και αυτόνομο ρόλο στην πολιτική ζωή του τόπου.

–  Σκέφτεστε ένα καλό σενάριο για τη χώρα μας; Τι θα μπορούσε να γίνει για να πάνε τα πράγματα καλά; 

Το καλό σενάριο θα ήταν οι βασικές πολιτικές δυνάμεις του τόπου να καταλάβουν, έστω και στο «και πέντε», ότι η χώρα χρειάζεται απεγνωσμένα «αλλαγή παραδείγματος»,  τόσο σε πολιτικοθεσμικό επίπεδο, στο οποίο ήδη αναφέρθηκα, όσο και σε οικονομικό, στην προοπτική μιας εξωστρεφούς, βιώσιμης αλλά και ανθρωποκεντρικής ανάπτυξης. Η «αλλαγή παραδείγματος» δεν σημαίνει βέβαια την εγκατάλειψη ή ισοπέδωση των διαφορετικών ιδεολογικών προσεγγίσεων –που εξακολουθούν να έχουν την αξία και σημασία τους– ούτε όμως, κατ’ανάγκην, και την επιβολή «οικουμενικών» κυβερνητικών συνεργασιών. Προϋποθέτει όμως,  πρώτα και πάνω από όλα, έναν συνολικό και εποικοδομητικό αναστοχασμό για το παρόν και το μέλλον του τόπου, που είναι, κατά την άποψή μου, ο πλέον σημαντικός όρος για την έξοδο από την κρίση.

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Free Sunday, 16.04.2016

Sliding Sidebar

Επιπλέον Άρθρα