Ποια αριστερά για ποια Ευρώπη;

Είναι φανερό, από τις τελευταίες εξελίξεις, ότι το μέλλον του τόπου θα κριθεί από την απάντηση σε ένα απλό πλην θεμελιώδες ερώτημα: είναι ή όχι η παραμονή μας στην ευρωζώνη -και σε τελευταία ανάλυση στην Ευρωπαϊκή Ένωση- αδιαπραγμάτευτη πολιτική επιλογή;

Ευτυχώς η απάντηση της κυβέρνησης στο ερώτημα αυτό υπήρξε εν τέλει θετική. Θα μπορούσε κανείς να πει πολλά για παλινωδίες και κάκιστες επιλογές σε πρόσωπα και τακτικές (συμπεριλαμβανομένου του δημοψηφίσματος…) που επιβάρυναν δραματικά την κατάσταση της οικονομίας αλλά και την διαπραγματευτική θέση της. Ωστόσο το κρίσιμο σήμερα δεν είναι η εστίαση σε -ομολογημένα εν πολλοίς- λάθη και παραλείψεις αλλά η στήριξη της ορθής απόφασης του πρωθυπουργού για την ανάληψη του απαιτούμενου πολιτικού κόστους, με πλήρη και κατηγορηματική απόρριψη της δήθεν εναλλακτικής πολιτικής (που συνοψίζεται στην άρνηση περαιτέρω συμμετοχής στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και στον εθνικό απομονωτισμό).

Εκείνο ιδίως που πρέπει να τονισθεί ιδιαίτερα, είναι ότι η στάση αυτή -η οποία πρέπει να συνεχισθεί με την ίδια αποφασιστικότητα- δεν είναι απλώς απαράβατος όρος για την επιβεβαίωση της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας. Συνιστά, παράλληλα, και την μόνη γνήσια προοδευτική πολιτική που μπορεί και πρέπει να ακολουθήσει -και μάλιστα επιθετικά και όχι απολογητικά- μια πολιτική δύναμη της σύγχρονης ριζοσπαστικής Αριστεράς. Ειδικότερα:

Το να αρνείται την προοπτική της ευρωπαϊκής ενοποίησης η εθνικιστική και λαϊκιστική Δεξιά, σε όλες τις εκδοχές της, είναι εύλογο και αναμενόμενο. Όχι μόνον διότι η πολιτική βιόσφαιρά της είναι η έξαρση των εθνικών και θρησκευτικών διαφορών αλλά και διότι ποτέ δεν συμβιβάσθηκε με τις θεμελιώδεις αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού: την ανοιχτή και δημοκρατική κοινωνία, την ελευθερία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Άρα κανείς δεν απορεί σήμερα με την βαθύτατα αντιευρωπαϊκή στάση της φασίζουσας Χρυσής Αυγής αλλά ούτε και με τον χονδροειδή ευρωσκεπτικισμό του κ. Καμμένου.

Το να αρνείται όμως κανείς την προοπτική της ευρωπαϊκής ενοποίησης -και άρα την αναγκαιότητα συμμετοχής σε αυτήν- από «αριστερή» σκοπιά είναι όχι μόνον ασυγχώρητη πολιτική αφέλεια αλλά και θεμελιώδης ιδεολογική αντίφαση, που μαρτυρά εύγλωττα τα αθεράπευτα κατάλοιπα όλων των παιδικών ασθενειών της Αριστεράς: του αριστερισμού, του αφόρητου δογματισμού, του ιδεολογικού παρωπιδισμού και της εργαλειακής θεώρησης του κράτους και των ευρωπαϊκών θεσμών. Απόρροια όλων αυτών είναι ένας ισοπεδωτικός και άκριτα καταγγελτικός πολιτικός λόγος κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που κινείται διαρκώς στην λογική του άσπρου μαύρου, αφ’ενός μεν υπερτονίζοντας τις -υπαρκτές όντως και εν πολλοίς εγγενείς- πολιτικές υστερήσεις της αφ’ετέρου δε δαιμονοποιώντας άκριτα την σχέση μας με αυτήν (εμφανίζοντάς την αποκλειστικά και μόνον σαν σχέση υποτέλειας σε «τοκογλύφους δανειστές» και παραγνωρίζοντας συστηματικά το ότι η ένταξή μας συνεπάγεται, εξ ορισμού, περιορισμούς της εθνικής κυριαρχίας). Η προσέγγιση αυτή, όμως,  αγνοεί πλήρως πρώτον την φύση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ιδιότυπου υπερεθνικού μορφώματος, δεύτερον τις βαθύτερες διεργασίες που έχουν συντελεσθεί στο εσωτερικό της, τρίτον τους διαρκώς μεταβαλλόμενους κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς και τέταρτον την καταλυτική επίδραση της κρίσης, που οδήγησε μεν, αρχικά, σε σπασμωδικές και φοβικές αντιδράσεις,  ήδη όμως εξελίσσεται -έστω και με αντιφάσεις- προς την κατεύθυνση εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής συνοχής.

Αυτό το τελευταίο είναι το μεγάλο ζητούμενο, από την σκοπιά μιας πραγματικά προοδευτικής πολιτικής. Ζούμε σε μια εποχή που σημαδεύθηκε ανεξίτηλα από μια βαθιά κρίση, οφειλόμενη κατά βάση στις αρνητικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή στον «αχαλίνωτο καπιταλισμό» και τον «φονταμενταλισμό των αγορών». Ζούμε σε έναν κόσμο που κυριαρχείται, ολοένα και περισσότερο, από τεράστιες και αδίστακτες ιδιωτικές εξουσίες, με παντοδύναμα μέσα επιβολής, που χειραγωγούν πολλαπλώς τους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς και περισφίγγουν σαν ιστοί αράχνης τα εθνικά κράτη, αμφισβητώντας ευθέως την πολιτική αυτονομία τους. Και απέναντι σε αυτήν την καταθλιπτική πράγματι πραγματικότητα, που απειλεί τον κόσμο με μια «ολιγαρχία των αγορών», τι ακριβώς προτείνουν οι «ακραιφνείς αριστεροί» της σημερινής θλιβερής πολιτικής μας πραγματικότητας; Να εγκαταλείψουμε το μόνο εν δυνάμει σοβαρό υπερεθνικό αντίβαρο ως προς την διασφάλιση του πυρήνα των ευρωπαϊκών κοινωνικών και δημοκρατικών κατακτήσεων και να επιστρέψουμε, χρεωκοπημένοι και με το εθνικό μας νόμισμα πολλαπλά υποτιμημένο, στο διάτρητο «φρούριο» του εθνικού κράτους, κηρύσσοντας «αριστερό» αντάρτικο και τρομάζοντας τους διεθνείς κερδοσκόπους… Πρόκειται, πράγματι, για κωμικοτραγικές απόψεις, εκτός τόπου και χρόνου, που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια μια ολόκληρη χώρα -και ιδίως τα ασθενέστερα στρώματα- στην καταστροφή.

Απέναντι σε αυτές τις αντιλήψεις της ψευδεπίγραφης Αριστεράς, που αποτελεί ταυτόχρονα καρικατούρα, παρεκτροπή και ζωντανή δυσφήμηση του μαρξισμού, η απάντηση είναι μία και μόνη: μια σύγχρονη ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Αριστερά που θα γνωρίζει «που πατά και που πηγαίνει», που θα διδαχθεί από τα λάθη της και τις αμετροέπειές της και θα χαράξει μια νέα πορεία για τη χώρα, με δύο βασικές προτεραιότητες:

Πρώτον να την οδηγήσει στην τροχιά της βιώσιμης ανάπτυξης και της ευημερίας, με πλήρη αξιοποίηση όλων των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της, και δεύτερον να μετάσχει ενεργά και ισότιμα στην πορεία ενοποίησης της Ευρώπης, συνεισφέροντας ένα νέο σφρίγος και ρίγος στην πολιτική της ζωή και εμπλουτίζοντας -μαζί με άλλες δυνάμεις της Ευρωπαϊκής Αριστεράς- το εγχείρημα της μετεξέλιξης των ευρωπαϊκών θεσμών προς την κατεύθυνση μιας συνολικής αλλαγής παραδείγματος, με άξονα τον ριζικό και ολόπλευρο δημοκρατικό μετασχηματισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

*Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 09.08.2015

Sliding Sidebar

Επιπλέον Άρθρα